ΗΠΑ: Δύο κόμματα, ο ίδιος λογαριασμός για τον λαό

newsroom
✦ Τα σημαντικότερα με μια ματιά
  1. Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αλλάζουν ουσιαστικά τα προβλήματα του αμερικανικού λαού, αφού Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί ανήκουν στον ίδιο πολιτικό πυρήνα.
  2. Και τα δύο κόμματα στηρίζουν το μεγάλο κεφάλαιο και μια οικονομία που υπηρετεί την κερδοφορία και όχι τις ανάγκες του λαού.
  3. Η στρατιωτική πολιτική των ΗΠΑ παραμένει αδιάλλακτη, με τους πολέμους να συνεχίζονται ανεξάρτητα από το κόμμα που κυβερνά.
Τα βασικά σημεία επιλέχθηκαν με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.

Ακούμε συνεχώς για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Αν θα επικρατήσουν οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ, αν θα ενισχυθούν οι Δημοκρατικοί, ποιος θα ελέγχει το Κογκρέσο. Γιατί στις ενδιάμεσες εκλογές δεν εκλέγεται πρόεδρος· κρίνονται οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί για τα επόμενα δύο χρόνια.

Η συζήτηση, όμως, γίνεται λες και ο Αμερικανός εργαζόμενος καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Λες και μόλις αλλάξει η πλειοψηφία θα πάψει να αγωνιά για το νοίκι, την περίθαλψη, τα χρέη και τον μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.

Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί έχουν διαφορές. Σε ζητήματα αμβλώσεων, μεταναστευτικής πολιτικής, δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών, αυτές μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά τη ζωή ανθρώπων. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον κοινό πολιτικό τους πυρήνα: και τα δύο κόμματα στηρίζουν το μεγάλο κεφάλαιο και μια οικονομία στην οποία οι ανάγκες της κοινωνίας υποτάσσονται στην κερδοφορία του.

Διαφωνούν για τους φόρους, τις κρατικές παρεμβάσεις, τους δασμούς και τον τρόπο διαχείρισης. Δεν αμφισβητούν, όμως, την εξουσία των μεγάλων επιχειρήσεων πάνω στην οικονομία. Οι διαφορές τους αφορούν και το πώς θα υπηρετηθούν καλύτερα τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ποιοι κλάδοι θα ενισχυθούν και ποια στρατηγική θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ στον διεθνή ανταγωνισμό.

Ο Τραμπ υπόσχεται ότι θα ξανακάνει μεγάλη την Αμερική. Οι Δημοκρατικοί υπόσχονται μια δικαιότερη και πιο ανθρώπινη διαχείριση. Μεγάλη για ποιον, όμως; Για τον εργαζόμενο που μετράει τα έξοδα ή για τον όμιλο που μετράει αποδόσεις; Και πόσο δίκαιη μπορεί να γίνει μια πολιτική όταν σταματά εκεί όπου αρχίζουν να θίγονται τα μεγάλα κέρδη;

Η σύγκλιση φαίνεται και στους πολέμους. Επί Ρεπουμπλικανού Τζορτζ Μπους έγιναν οι εισβολές στο Αφγανιστάν το 2001 και στο Ιράκ το 2003. Επί Δημοκρατικού Μπιλ Κλίντον έγιναν οι ΝΑΤΟϊκοί βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία το 1999. Και τα δύο κόμματα έχουν κυβερνήσει στέλνοντας αμερικανικές δυνάμεις σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Γι’ αυτό η εικόνα των Δημοκρατικών ως αυτονόητου «φιλειρηνικού αντίβαρου» στους Ρεπουμπλικανούς δεν αντέχει στην ιστορία. Αλλάζουν οι πρόεδροι, οι διατυπώσεις και τα προσχήματα· η στρατιωτική ισχύς παραμένει εργαλείο επιβολής. Τον λογαριασμό πληρώνουν οι λαοί που βομβαρδίζονται, μαζί με τους Αμερικανούς εργαζόμενους που στέλνονται να πολεμήσουν.

Ο αμερικανικός λαός, λοιπόν, δεν έχει λόγο να περιμένει ουσιαστική ανατροπή της ζωής του από μια ακόμη εναλλαγή. Μπορεί να αλλάξουν επιμέρους μέτρα, να υπάρξουν ανακουφίσεις ή νέες επιθέσεις. Η βασική σχέση, όμως, παραμένει: οι πολλοί δουλεύουν και αγωνιούν για την επιβίωσή τους, ενώ οι λίγοι κρατούν την οικονομική εξουσία.

Οι κατακτήσεις των εργαζομένων απαιτούν οργάνωση, διεκδίκηση και σύγκρουση με συμφέροντα. Δεν εξασφαλίζονται με μια λευκή επιταγή σε κόμματα που αποδέχονται ως δεδομένη την κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου.

Όσο αυτή η κυριαρχία μένει στη θέση της, ο λαός θα συνεχίζει να πληρώνει τον λογαριασμό — είτε ο νικητής φοράει κόκκινη είτε μπλε γραβάτα.

Share This Article