- Πίσω από τις αμερικανικές εκλογές, επιχειρηματικά συμφέροντα διεκδικούν μερίδιο από κρατικές δαπάνες και ευνοϊκούς όρους, επηρεάζοντας Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς.
- Η αμυντική βιομηχανία και η φαρμακευτική αγορά τελούν υπό έντονες συγκρούσεις με νέες τεχνολογικές εταιρείες και διαχειριστές φαρμακευτικών παροχών αντίστοιχα.
- Η εμπορική πολιτική και η τεχνητή νοημοσύνη προκαλούν εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ενώ δαπάνες για λομπίστες αυξάνονται σημαντικά σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η ενέργεια.
Πίσω από την αναμέτρηση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ εξελίσσεται μια βαθιά σύγκρουση επιχειρηματικών συμφερόντων, που διαπερνά τους δύο κομματικούς μηχανισμούς. Διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από τις κρατικές δαπάνες, φοροαπαλλαγές, προστασία από τον διεθνή ανταγωνισμό και ευνοϊκότερους όρους για την ανάπτυξη των επενδύσεών τους.
- Χορηγίες – ρεκόρ από τους ομίλους στις εκλογές
- Αναζητούν νέους δρόμους προς τα κρατικά ταμεία
- Φαρμακευτικοί όμιλοι εναντίον ασφαλιστικών
- Ανάμεσα στην ηλεκτροκίνηση και τον «προστατευτισμό»
- Εισαγωγείς εναντίον εγχώριων παραγωγών
- Αντιπαράθεση για το κόστος της τεχνητής νοημοσύνης
- Πετρελαϊκοί όμιλοι εναντίον αγροτοδιατροφικών συμφερόντων
- Η μάχη για τις προμήθειες των πιστωτικών καρτών
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται σε μια σειρά από ανοιχτά μέτωπα, τα οποία ενδεικτικά μόνο παρουσιάζουμε πιο κάτω. Οι αντιθέσεις συνδέονται με τη συνολικότερη προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική πρωτοκαθεδρία τους απέναντι στην Κίνα, σε συνθήκες όξυνσης του διεθνούς ανταγωνισμού και αναδιάταξης των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων.
Χορηγίες – ρεκόρ από τους ομίλους στις εκλογές
Ενδεικτικό για την ένταση των ενδοαστικών αντιθέσεων και το πώς εκφράζονται στην πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ, ήταν το ποσό – ρεκόρ που οι επιχειρηματικοί όμιλοι «έσπρωξαν» στους εκλεκτούς τους για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
Σύμφωνα με ανάλυση της οργάνωσης Public Citizen, οι εταιρικές πολιτικές δαπάνες στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2026 είχαν φτάσει τα 737,3 εκατ. δολάρια. Το ποσό ήταν κατά 60% μεγαλύτερο από τα 461 εκατ. δολάρια που είχαν διαθέσει οι επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον εκλογικό κύκλο του 2024, όταν διεξήχθησαν προεδρικές εκλογές.
Πρόκειται για τις καταγεγραμμένες εταιρικές συνεισφορές έως τις 23 Οκτώβρη και δεν περιλαμβάνονται όλες οι μορφές πολιτικής χρηματοδότησης, καθώς σημαντικά ποσά διοχετεύονται και μέσω οργανώσεων που δεν υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τους χρηματοδότες τους.1
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προέλευση των χρημάτων. Οι εταιρείες κρυπτονομισμάτων είχαν διαθέσει 233 εκατ. δολάρια, οι επιχειρήσεις διαδικτυακού στοιχηματισμού 85,2 εκατ. και οι όμιλοι τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης 73,1 εκατ. δολάρια. Συνολικά, οι τρεις αυτοί κλάδοι αντιπροσώπευαν πάνω από το μισό των καταγεγραμμένων εταιρικών συνεισφορών. Σημαντική ήταν επίσης η παρουσία των ομίλων ορυκτών καυσίμων, με συνολικές δαπάνες 51,4 εκατ. δολαρίων.
Με βάση τα στοιχεία, οι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν επενδύουν αποκλειστικά σε έναν κομματικό πόλο, αλλά διαμορφώνουν πολλαπλά κανάλια παρέμβασης, επιδιώκοντας να επηρεάσουν τη νομοθεσία και τις κρατικές αποφάσεις ανεξάρτητα από το ποιος θα έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αναζητούν νέους δρόμους προς τα κρατικά ταμεία
Χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση που εξελίσσεται στην αμερικανική «αμυντική» βιομηχανία. Οι παραδοσιακοί κολοσσοί Lockheed Martin, RTX, Northrop Grumman, General Dynamics και Boeing, που επί δεκαετίες κυριαρχούν στις στρατιωτικές προμήθειες, βρίσκονται αντιμέτωποι με την ενίσχυση μιας νέας γενιάς εταιρειών τεχνολογίας, όπως η Anduril, η Palantir και η Shield AI.
Οι τελευταίες διεκδικούν σημαντικό μερίδιο από τις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες, αξιοποιώντας την ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων, τεχνητής νοημοσύνης, αυτόνομων οπλικών συστημάτων και ψηφιακών υποδομών για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί αλλαγές στο σύστημα προμηθειών του Πενταγώνου, με κατεύθυνση την επιτάχυνση των διαδικασιών και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση εμπορικά διαθέσιμων τεχνολογιών. Η αλλαγή αυτή δημιουργεί νέες δυνατότητες για εταιρείες που μέχρι πρόσφατα δεν είχαν την ίδια πρόσβαση στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.
Και οι δύο πλευρές διατηρούν ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις. Οι όμιλοι της πολεμικής βιομηχανίας είχαν διαθέσει σχεδόν 5 εκατ. δολάρια σε μέλη του Κογκρέσου, σε βουλευτές και των δύο κομμάτων, μεταξύ άλλων μέλη των επιτροπών που αποφασίζουν για τις στρατιωτικές προμήθειες.2
Φαρμακευτικοί όμιλοι εναντίον ασφαλιστικών
Ενα άλλο μέτωπο βρίσκεται στην αγορά φαρμάκου, όπου κορυφώνεται η αντιπαράθεση μεταξύ φαρμακευτικών επιχειρήσεων και διαχειριστών φαρμακευτικών παροχών.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται κολοσσοί όπως η Pfizer, η Merck, η Eli Lilly και η Johnson & Johnson, με βασικό εκπρόσωπο την ένωση PhRMA. Από την άλλη βρίσκονται εταιρείες Pharmacy Benefit Managers (PBMs), όπως η CVS Caremark, η Express Scripts και η Optum Rx, που διαχειρίζονται τις φαρμακευτικές παροχές για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών και εργοδοτών. Οι τρεις μεγαλύτεροι PBMs ελέγχουν περίπου το 80% της αγοράς των συνταγών στις ΗΠΑ.
Οι φαρμακευτικές εταιρείες κατηγορούν τους PBMs ότι αξιοποιούν την ισχυρή θέση τους για να αποσπούν εκπτώσεις και επιστροφές χρημάτων, επηρεάζοντας τις τελικές τιμές και τους όρους διάθεσης των φαρμάκων. Οι PBMs, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι η διαπραγματευτική τους ισχύς συμβάλλει στη συγκράτηση τάχα του κόστους για τα ασφαλιστικά προγράμματα.3
Η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στο Κογκρέσο τον Φλεβάρη του 2026, όπου εγκρίθηκαν ρυθμίσεις για τη λειτουργία των PBMs, την επιστροφή των εκπτώσεων στα εργοδοτικά ασφαλιστικά προγράμματα και την αλλαγή του τρόπου αμοιβής τους. Η PhRMA χαιρέτισε τις αλλαγές, ενώ ο Σύνδεσμος που εκπροσωπεί τους PBMs αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι οι νέες ρυθμίσεις ευνοούν τις φαρμακευτικές εταιρείες. Τον Ιούνη, μάλιστα, ξεκίνησε διαφημιστική εκστρατεία εκατομμυρίων για να υπερασπιστεί τον ρόλο των εταιρειών του.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνεται και στις δαπάνες πολιτικής παρέμβασης. Η PhRMA δαπάνησε 37,9 εκατ. δολάρια για λομπίστες το 2025, ενώ κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2026 διέθεσε τουλάχιστον 130.000 δολάρια σε Ρεπουμπλικάνους και 107.500 δολάρια σε Δημοκρατικούς και τις πολιτικές τους οργανώσεις.4
Ανάμεσα στην ηλεκτροκίνηση και τον «προστατευτισμό»

Αντίστοιχα σύνθετες είναι οι αντιθέσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία. Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για την κατάργηση των φορολογικών κινήτρων αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων, τη χαλάρωση των περιβαλλοντικών προδιαγραφών και την επιβολή δασμών στα εξαρτήματα και τις πρώτες ύλες δημιουργεί προβλήματα σε επιχειρηματικούς ομίλους που είχαν επενδύσει στην ηλεκτροκίνηση και στην παραγωγή μπαταριών.
Σύμφωνα με έρευνα του Reuters τον Σεπτέμβρη του 2026, οι ακυρώσεις επενδυτικών σχεδίων στον κλάδο των ηλεκτρικών οχημάτων και των μπαταριών έφτασαν σχεδόν τα 20 δισ. δολάρια μόνο το 2025. Περίπου το 80% των ακυρωμένων επενδύσεων εντοπιζόταν σε πολιτείες που ελέγχονται από Ρεπουμπλικάνους.5
Την ίδια ώρα, οι παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα. Η General Motors και η Ford, όπως και οι υπόλοιποι μεγάλοι κατασκευαστές, εξαρτώνται από διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και εισαγωγές εξαρτημάτων. Οι δασμοί αυξάνουν το κόστος, ενώ η αβεβαιότητα για το μέλλον των εμπορικών συμφωνιών με τον Καναδά και το Μεξικό δυσκολεύει τον σχεδιασμό των επενδύσεών τους.
Ετσι, τον Σεπτέμβρη, η Alliance for Automotive Innovation, που εκπροσωπεί μεταξύ άλλων τις GM, Ford, Toyota, Volkswagen, Hyundai και Stellantis, ζήτησε από το Κογκρέσο να θεσπίσει μόνιμη απαγόρευση εισαγωγής κινεζικών αυτοκινήτων και τεχνολογιών τους στις ΗΠΑ. Υπενθυμίζεται πως ο Τραμπ είχε προηγουμένως αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εγκατάστασης κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών, «εφόσον δημιουργούν εργοστάσια και θέσεις εργασίας».
Εισαγωγείς εναντίον εγχώριων παραγωγών
Αλλο μέτωπο αφορά την εμπορική πολιτική, όπου η προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές έχει δημιουργήσει αντιθέσεις με μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις. Οι αλυσίδες λιανεμπορίου και οι βιομηχανίες που εξαρτώνται από εισαγωγές υποστηρίζουν ότι οι δασμοί αυξάνουν το κόστος παραγωγής.
Η National Retail Federation, που εκπροσωπεί τον κλάδο του λιανεμπορίου, χαιρέτισε στις 20 Φλεβάρη την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που ακύρωσε τους δασμούς τους οποίους είχε επιβάλει ο Τραμπ βάσει του νόμου IEEPA. Ζήτησε, μάλιστα, να επιστραφούν στους εισαγωγείς τα ποσά που είχαν καταβάλει. Ενώ δηλαδή ο Λευκός Οίκος προβάλλει τους δασμούς ως εργαλείο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής στον εμπορικό πόλεμο, που αποτελεί στοιχείο κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι ζητούν εξαιρέσεις για προϊόντα που δεν μπορούν να προμηθευτούν ανταγωνιστικά από την αμερικανική αγορά.
Οι δαπάνες των επιχειρηματικών ομίλων για να προσλάβουν λομπίστες και να ασκήσουν πολιτική πίεση ειδικά για ζητήματα δασμών, έφτασαν τα 9,9 εκατ. δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του έτους, έναντι μόλις 1,3 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2024, διεκδικώντας κατάργηση των δασμών, άλλες εξαιρέσεις για συγκεκριμένα προϊόντα και προστασία από τον ξένο ανταγωνισμό.6
Αντιπαράθεση για το κόστος της τεχνητής νοημοσύνης
Η επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης. Η λειτουργία των τεράστιων data centers απαιτεί ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε νέες μονάδες παραγωγής, δίκτυα μεταφοράς και υποδομές. Το ζήτημα που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο είναι ποιος θα αναλάβει το κόστος αυτών των επενδύσεων και κατά πόσο αυτό θα μετακυλιστεί στους υπόλοιπους καταναλωτές μέσω των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Τέξας, όπου η επέκταση των data centers έχει δημιουργήσει μια νέα αγορά για τις πετρελαϊκές και τις εταιρείες φυσικού αερίου. Τον Σεπτέμβρη του 2026, ο πρώην πια κυβερνήτης του Τέξας, Γκρεγκ Αμποτ, διέταξε την αναστολή έκδοσης νέων αδειών για data centers, μέχρι να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των επιπτώσεών τους.
Προηγήθηκε πάγωμα νέων συνδέσεων στο δίκτυο, καθώς οι αιτήσεις μεγάλων καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνούσαν τα 470 γιγαβάτ, μέγεθος πολλαπλάσιο της μέγιστης ζήτησης της πολιτείας. Η πολιτειακή κυβέρνηση απαίτησε από τις εταιρείες να καλύπτουν οι ίδιες το κόστος των ενεργειακών υποδομών δικτύου που χρειάζονται, αντί αυτό να μεταφέρεται στους υπόλοιπους καταναλωτές.
Ενώ η κυβέρνηση και οι επιχειρηματικοί όμιλοι προωθούν την τεχνητή νοημοσύνη ως κρίσιμο πεδίο της αμερικανικής τεχνολογικής πρωτοκαθεδρίας, η ανάπτυξή της οξύνει τον ανταγωνισμό για την Ενέργεια και τις υποδομές. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί αναζητούν φθηνή και σταθερή ηλεκτροδότηση, οι ενεργειακοί όμιλοι διεκδικούν νέα πεδία κερδοφορίας και οι εταιρείες ηλεκτρισμού πιέζουν για επενδύσεις στα δίκτυα, με ανοιχτό το ζήτημα της κατανομής του κόστους.7
Πετρελαϊκοί όμιλοι εναντίον αγροτοδιατροφικών συμφερόντων
Ένα ακόμη μέτωπο αφορά την πολιτική για τα βιοκαύσιμα, όπου συγκρούονται τα συμφέροντα των διυλιστηρίων με εκείνα των αγροτοδιατροφικών ομίλων που παράγουν καλαμπόκι και σόγια, όπως και των παραγωγών αιθανόλης και βιοντίζελ.
Η αμερικανική νομοθεσία υποχρεώνει τα διυλιστήρια να αναμειγνύουν συγκεκριμένες ποσότητες βιοκαυσίμων στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης ή να αγοράζουν πιστώσεις ανανεώσιμων καυσίμων από τις επιχειρήσεις που τα παράγουν. Οι πετρελαϊκοί όμιλοι επιδιώκουν να περιορίσουν αυτές τις υποχρεώσεις, καθώς συνεπάγονται πρόσθετο κόστος, ενώ οι αγροτικές επιχειρήσεις και οι παραγωγοί βιοκαυσίμων υπερασπίζονται τις ποσοστώσεις που εξασφαλίζουν τη ζήτηση για τις πρώτες ύλες τους.
Η αντιπαράθεση οξύνθηκε τον Αύγουστο του 2026, όταν ο Λευκός Οίκος πίεσε την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) να χορηγήσει περισσότερες εξαιρέσεις σε μικρά διυλιστήρια από τις υποχρεώσεις ανάμειξης βιοκαυσίμων, επικαλούμενος την ανάγκη συγκράτησης των τιμών των καυσίμων.
Οι οργανώσεις των μεγαλοαγροτών και οι παραγωγοί αιθανόλης αντέδρασαν, προειδοποιώντας ότι οι εξαιρέσεις θα περιόριζαν τη ζήτηση για καλαμπόκι και σογιέλαιο. Η Αμερικανική Ένωση Σόγιας εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη πολιτική θα μπορούσε να αφαιρέσει ζήτηση 500 εκατομμυρίων γαλονιών ανανεώσιμων καυσίμων και να προκαλέσει απώλειες 1 δισ. δολαρίων στους παραγωγούς σόγιας.
Στις 31 Αυγούστου, η EPA ενέκρινε τελικά εξαιρέσεις που αντιστοιχούσαν σε 1,76 δισ. πιστώσεις ανανεώσιμων καυσίμων για το έτος συμμόρφωσης 2025, σχεδόν διπλάσιες από όσες αναμένονταν αρχικά. Η απόφαση ήρθε ως αποτέλεσμα έντονων πιέσεων τόσο από τα διυλιστήρια όσο και από τις αγροτικές οργανώσεις.8
Η μάχη για τις προμήθειες των πιστωτικών καρτών
Μια ακόμη σύγκρουση αφορά τις προμήθειες των πιστωτικών καρτών. Οι μεγάλες τράπεζες, καθώς και οι Visa και Mastercard, που υπερασπίζονται το υφιστάμενο σύστημα χρεώσεων, βρίσκονται απέναντι στις μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου, τα σούπερ μάρκετ και τα πρατήρια καυσίμων.
Το μέγεθος της αγοράς είναι ενδεικτικό. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο συνασπισμός Merchants Payments Coalition, οι συνολικές προμήθειες συναλλαγών με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες στις ΗΠΑ έφτασαν τα 198,25 δισ. δολάρια το 2025. Παράλληλα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σεντ Λούις υπολόγισε ότι οι αμερικανικές τράπεζες εισέπραξαν σχεδόν 66 δισ. δολάρια από προμήθειες συναλλαγών το ίδιο έτος.
Οι εμπορικοί όμιλοι πιέζουν για την ψήφιση του Credit Card Competition Act, που θα υποχρεώνει τις τράπεζες με ενεργητικό άνω των 100 δισ. δολαρίων να επιτρέπουν την επεξεργασία των συναλλαγών μέσω τουλάχιστον ενός εναλλακτικού δικτύου, πέρα από εκείνα της Visa και της Mastercard.
Η αντιπαράθεση έχει και δικαστική διάσταση. Τον Ιούνη του 2026, ομοσπονδιακός δικαστής έδωσε προκαταρκτική έγκριση σε αναθεωρημένο συμβιβασμό ύψους 38 δισ. δολαρίων μεταξύ Visa, Mastercard και εμπόρων, έπειτα από πολυετή δικαστική διαμάχη για τις προμήθειες.9
Πηγές:
1. Corporate Political Spending Hits 737 Million dollars in 2026 Midterms, 60% Higher Than 2024 Presidential Election, https://www.citizen.org/news/corporate-political-spending-hits-737-million-in-2026-midterms-60-higher-than-2024-presidential-election/
2. Military Times, Defense contractors have donated millions to members of Congress, new report finds, https://www.militarytimes.com/news/pentagon-congress/2026/05/12/defense-contractors-have-donated-millions-to-members-of-congress-new-report-finds/
3. What to Know About Pharmacy Benefit Managers and Federal Efforts at Regulation, https://www.kff.org/other-health/what-to-know-about-pharmacy-benefit-managers-pbms-and-federal-efforts-at-regulation/
4. Bloomberg Law, PhRMA Plays Both Sides of the Aisle in Midterm Election Spending, https://news.bloomberglaw.com/health-law-and-business/
5. Reuters, How Trump’s war on EVs derailed America’s auto-factory revival, https://www.reuters.com/investigations/how-trumps-war-evs-derailed-americas-auto-factory-revival-2026-09-15/
6. «Washington Post», Tariff lobbying shoots up under Trump, https://www.washingtonpost.com/business/2026/07/22/tariff-lobbying-shoots-up-under-trump/
7. Reuters, Texas’ halt on powering data centers reflects US reckoning over “ghost” demand, https://www.reuters.com/business/texas-halt-powering-data-centers-reflects-us-reckoning-over-ghost-demand-2026-09-01/
8. EPA grants 1.76 billion biofuel exemptions, weighs shifting obligations to larger refiners, https://www.marketscreener.com/news/us-expected-to-approve-expanded-biofuel-waivers-as-early-as-monday-sources-say-ce7858dcde81f526
9. Forbes, Credit Card Competition Act: Why Industry Is Spending Millions To Preserve Swipe Fees, https://www.forbes.com/sites/alisondurkee/2026/07/23/why-the-credit-card-industry-is-spending-200-million-to-oppose-this-legislation-while-big-box-retailers-support-it/
Δημήτρης ΜΑΒΙΔΗΣ
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου»)