- Η σοσιαλδημοκρατία υποστηρίζει ότι μπορεί να διαχειριστεί τον καπιταλισμό προστατεύοντας ταυτόχρονα την κοινωνία από τις συνέπειές του, παρουσιάζοντας τη σύγκρουση συμφερόντων ως πρόβλημα κακής συνεννόησης.
- Στην Ελλάδα, κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασαν αυτή τη λογική, με το πρώτο να ενσωματώνει λαϊκές προσδοκίες διατηρώντας την οικονομική εξουσία των επιχειρήσεων, ενώ ο δεύτερος υπέγραψε νέο μνημόνιο ανατρέποντας τις υποσχέσεις του.
- Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει τη διαχείριση της καπιταλιστικής οικονομίας με κοινωνικές παρεμβάσεις που όμως περιορίζονται από τις απαιτήσεις της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας, διατηρώντας έτσι τις βασικές ανισότητες.
Η σοσιαλδημοκρατία και η υπόσχεση ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο
Η σοσιαλδημοκρατία πουλάει εδώ και δεκαετίες την ίδια υπόσχεση: ότι μπορεί να διατηρήσει την εξουσία του κεφαλαίου και ταυτόχρονα να προστατεύσει την κοινωνία από τις συνέπειές της. Ότι εργοδότες και εργαζόμενοι μπορούν να είναι μόνιμα κερδισμένοι, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος διαχειριστής. Εκεί βρίσκεται η πολιτική της απάτη: παρουσιάζει τη σύγκρουση συμφερόντων ως πρόβλημα κακής συνεννόησης.
Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ και ο ΕΛΛΑΣ (ΣΥΡΙΖΑ) , ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΜΕΡΑ 25 ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ ΚΑΣΣΕΛΑΚΗ κ.α, παρά τις διαφορετικές διαδρομές τους, εξέφρασαν αυτή τη λογική. Το πρώτο συνέδεσε τη διαδρομή του με πραγματικές κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά και με την ενσωμάτωση λαϊκών προσδοκιών σε μια πολιτική που άφηνε ανέπαφη την οικονομική εξουσία των επιχειρηματικών ομίλων. Ο δεύτερος υποσχέθηκε ρήξη με τη λιτότητα, για να υπογράψει και να εφαρμόσει νέο μνημόνιο. Η απόσταση ανάμεσα στο σύνθημα και στην κυβερνητική πράξη πληρώθηκε από εκείνους που είχαν πιστέψει την υπόσχεση.
Αντίστοιχη είναι η βασική αντίφαση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, από το γερμανικό SPD και το βρετανικό Εργατικό Κόμμα μέχρι το ισπανικό PSOE και το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Δεν είναι ίδια κόμματα, ούτε έχουν πανομοιότυπες πολιτικές. Μοιράζονται, όμως, έναν στρατηγικό ορίζοντα: τη διαχείριση της καπιταλιστικής οικονομίας, με κοινωνικές παρεμβάσεις που περιορίζονται από τις απαιτήσεις της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας.
Δεν χρειάζεται να αρνηθεί κανείς τις μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη ζωή εργαζομένων για να δει το όριο αυτής της πολιτικής. Οι κατακτήσεις κερδήθηκαν με αγώνες και συσχετισμούς δύναμης. Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση αναγνώρισε ένα δικαίωμα δεν σημαίνει ότι κατάργησε τον μηχανισμό που πιέζει διαρκώς για την υπονόμευσή του.
Η σοσιαλδημοκρατία μιλά για αναδιανομή, αλλά αφήνει σε λίγα χέρια την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της παραγωγής. Υπόσχεται αξιοπρεπείς μισθούς, ενώ αντιμετωπίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων ως κοινό εθνικό συμφέρον. Καταγγέλλει τις υπερβολές της αγοράς, αλλά αποδέχεται την αγορά ως κριτή για τη στέγη, την ενέργεια και βασικές κοινωνικές ανάγκες.
Και όταν αυτές οι αντιφάσεις γίνονται αδύνατο να κρυφτούν, εμφανίζεται η γνωστή δικαιολογία: «Δεν υπήρχε άλλη επιλογή». Τότε ο εργαζόμενος καλείται να ξεχάσει τις δεσμεύσεις, να αποδεχτεί τους «ρεαλιστικούς περιορισμούς» και να ευγνωμονεί την κυβέρνηση επειδή η επίθεση θα μπορούσε να είναι χειρότερη.
Αυτή είναι η χρησιμότητα της σοσιαλδημοκρατίας για το σύστημα: μετατρέπει την απαίτηση για αλλαγή σε υπομονή για καλύτερη διαχείριση. Ζητά από τον κόσμο να αλλάζει κυβερνήσεις, αρκεί να μη διεκδικεί την εξουσία πάνω στον πλούτο που παράγει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιο κόμμα θα διαχειριστεί πιο ευγενικά την εκμετάλλευση. Είναι γιατί η κοινωνία πρέπει να οργανώνεται γύρω από το κέρδος των λίγων και να διαπραγματεύεται διαρκώς πόσα θα περισσέψουν για τους πολλούς.