- Ο Μ. Μπεκρής τόνισε ότι οι λιμενεργάτες έχουν κοινά συμφέροντα ανεξάρτητα από χώρα και είναι κρίσιμοι στην παγκόσμια οικονομία, χωρίς να έχουν αποφασιστικό λόγο για τα λιμάνια.
- Υπογράμμισε ότι η εργασία τους χρησιμοποιείται και για πολεμικούς σκοπούς, και έθεσε ζήτημα ποιος αποφασίζει και κερδίζει από τις υποδομές λιμένων.
- Κάλεσε τα συνδικάτα να δράσουν πέρα από διαπραγματεύσεις και να στηρίξουν διεθνή αλληλεγγύη ενάντια στην πολεμική προετοιμασία και εκμετάλλευση των εργαζομένων.
Το σύνθημα «Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο» παίρνει συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε χώρο δουλειάς, τόνισε ο Μ. Μπεκρής μιλώντας σε σύσκεψη στο Αμβούργο
Κάλεσε τους παρευρισκόμενους να στείλουν μαζί ένα καθαρό μήνυμα ενόψει της διεθνούς απεργίας, στην οποία και το παραπάνω σωματείο έχει πάρει απόφαση να συμμετάσχει με αγωνιστική κινητοποίηση, ενώ την επόμενη μέρα ο Μ. Μπεκρής πραγματοποίησε επίσκεψη στις προβλήτες του λιμανιού του Αμβούργο.
Μεταφέροντας το απεργιακό μήνυμα της μεγάλης Διεθνούς Μέρας Δράσης, ο Μ. Μπεκρής σημείωσε ότι οι λιμενεργάτες έχουν κοινά συμφέροντα ανεξάρτητα από τη χώρα όπου ζουν και εργάζονται, και ότι με την εργασία τους κρατούν σε λειτουργία έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς «χωρίς τη δική μας εργασία τα πλοία δεν φορτώνουν, τα εμπορεύματα δεν μετακινούνται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες σταματούν. Κι όμως, παρότι η εργασία μας είναι απαραίτητη για τη λειτουργία της οικονομίας, οι αποφάσεις για το μέλλον των λιμανιών, για τη χρήση των υποδομών, λαμβάνονται κατά κανόνα χωρίς να έχουμε εμείς τον αποφασιστικό λόγο, από τις κυβερνήσεις και την αστική τάξη κάθε χώρας και τους συμμάχους της».
«Ποιος αποφασίζει για το λιμάνι; Ποιος καθορίζει τι θα εξυπηρετεί; Ποιος καρπώνεται τον πλούτο που παράγεται από τη δουλειά μας; Τελικά, ποιος αποφασίζει αν οι υποδομές που εμείς λειτουργούμε θα υπηρετούν τις ανάγκες των λαών ή τους οικονομικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς;». Αυτά τα ερωτήματα «αφορούν άμεσα την καθημερινή ζωή των εργαζομένων, το μέλλον των οικογενειών μας, την ασφάλεια στην εργασία και τις προοπτικές των παιδιών μας».
Σε αυτήν την κατεύθυνση, και με αφορμή και τον προβληματισμό των λιμενεργατών του Αμβούργου για το μέλλον του λιμανιού, την ιδιωτικοποίησή του, τι θα γίνει με τις θέσεις εργασίας και τα δικαιώματά τους, τους κάλεσε να αναρωτηθούν: «Είναι αρκετό να αλλάξει ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης, χωρίς να αλλάξει ο σκοπός για τον οποίο λειτουργεί, το να περάσει μια εταιρεία από έναν ιδιώτη στο κράτος, αν εξακολουθεί να λειτουργεί με κριτήριο την ανταγωνιστικότητα, την κερδοφορία και τις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας;». Ασφαλώς, επεσήμανε, «δεν είναι το ίδιο η ιδιωτικοποίηση μιας στρατηγικής υποδομής με τη δημόσια ιδιοκτησία της, όμως δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι μας εξασφαλίζει πως οι ανάγκες των εργαζομένων θα βρίσκονται στο επίκεντρο».
Πρόσθεσε πως «ένα κράτος που υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου μπορεί να είναι ιδιοκτήτης, ρυθμιστής και εργοδότης, και ταυτόχρονα να απαιτεί από τους εργαζόμενους θυσίες στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της εθνικής οικονομίας. Ειδικά σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας αυτό είναι πολύ σημαντικό και το ζούμε με το παράδειγμα του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, όπου το ελληνικό κράτος διατήρησε την ιδιοκτησία του προκειμένου να συνεχίζεται απρόσκοπτα η μεταφορά στρατευμάτων και πολεμικού εξοπλισμού των Αμερικανών. Επομένως, δεν αρκεί να ρωτάμε “ποιος κατέχει το λιμάνι”. Πρέπει να ρωτάμε και ποιος αποφασίζει για το λιμάνι, ποιος κερδίζει από τη λειτουργία του και ποιος πληρώνει το τίμημα».
Τα παραπάνω ζητήματα, συνέχισε ο Μ. Μπεκρής, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών και της πολεμικής προετοιμασίας, η οποία – διευκρίνισε – «δεν αφορά μόνο τα εργοστάσια όπλων ή τις στρατιωτικές βιομηχανίες. Αφορά την Ενέργεια, τις Μεταφορές, τους σιδηροδρόμους, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, την τεχνολογία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αφορά δηλαδή άμεσα τη δική μας εργασία».
Δείχνοντας δε ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από τους ανταγωνισμούς, υπογράμμισε: «Οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος της ανταγωνιστικότητας και των πολεμικών σχεδιασμών, ενώ τα επιχειρηματικά συμφέροντα διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την αγορά και τον διεθνή ανταγωνισμό».
Ειδικότερα σημείωσε ότι τα λιμάνια είναι κρίσιμες υποδομές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων, αλλά «μπορούν να αξιοποιηθούν για στρατιωτικές μεταφορές και για την υποστήριξη πολεμικών σχεδιασμών», και γι’ αυτόν τον λόγο «οι λιμενεργάτες δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας σαν να μην έχουν σχέση με τη δουλειά μας. Οταν μας λένε ότι πρέπει όλοι να κάνουμε θυσίες για την οικονομία, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος αποφασίζει γι’ αυτές τις θυσίες και ποιος αποκομίζει τα οφέλη».
Οσο για τα κελεύσματα των αστικών τάξεων στην εργατική τάξη σε κάθε χώρα να επιλέξει στρατόπεδο ληστή, δηλαδή «να θεωρήσει ότι έχει τα ίδια συμφέροντα με τον επιχειρηματία της χώρας της, με τον εφοπλιστή, με τον όμιλο που εκμεταλλεύεται το λιμάνι, με εκείνους που κερδίζουν από την πολεμική βιομηχανία», τόνισε: «Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες που πρέπει να αποφύγουμε. (…) Οι εργαζόμενοι δεν έχουμε κανένα συμφέρον να θυσιάζουμε τη ζωή μας και τις ανάγκες μας για τους ανταγωνισμούς των επιχειρηματικών ομίλων, των κρατών τους και των αστικών τους τάξεων. Εχουμε, αντίθετα, κοινό συμφέρον να διεκδικούμε μια ζωή με δικαιώματα, ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ειρήνη».
Στο πλαίσιο αυτό, έθιξε το ζήτημα του ρόλου του εργατικού κινήματος και των συνδικάτων: «Τα συνδικάτα δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στη διαπραγμάτευση των μισθών και των όρων εργασίας, όσο σημαντικός και αναγκαίος κι αν είναι αυτός ο αγώνας. Χρειάζεται να παρεμβαίνουν και στα μεγάλα ζητήματα, που καθορίζουν τη ζωή των εργαζομένων και το μέλλον των λαών.
Δεν είναι έξω από τον ρόλο μας να συζητάμε για τον πόλεμο. Είναι μέσα στον πυρήνα της ευθύνης μας, όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος του και όταν η εργασία τους αξιοποιείται για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή του, πόσο μάλλον όταν και εμείς οι ίδιοι γινόμαστε στόχοι αντιποίνων.
Δεν είμαστε ουδέτεροι απέναντι στην εκμετάλλευση. Δεν μπορούμε να είμαστε ουδέτεροι απέναντι στην πολεμική προετοιμασία. Γι’ αυτό είναι τόσο επίκαιρο το σύνθημα “Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο”».
Μιλώντας για τη δεύτερη Διεθνή Μέρα Δράσης, που έχει γίνει υπόθεση πολύ περισσότερων συνδικάτων σε περισσότερα λιμάνια και χώρες σε σύγκριση με την πρώτη Διεθνή Μέρα, της 6ης Φλεβάρη 2026, είπε ότι «αυτή η διεύρυνση έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο εξαιτίας του αριθμού των λιμανιών, αλλά κυρίως επειδή δείχνει ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένας κοινός τόπος δράσης για εργαζόμενους που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και αντιμετωπίζουν διαφορετικές συνθήκες.
Το σύνθημά μας είναι σαφές: “Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο! Λιμάνια των λαών και όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!”.
Αυτό δεν είναι μια γενική ευχή για την ειρήνη. Δεν είναι μια αφηρημένη διακήρυξη καλών προθέσεων. Είναι μια θέση που μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα στους χώρους εργασίας, στις συλλογικές διαδικασίες και στις αποφάσεις των συνδικάτων».
Αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα και το περιεχόμενο της διεθνιστικής αλληλεγγύης, υπογράμμισε: «Κανένας εργαζόμενος δεν γίνεται πιο ασφαλής όταν ένας άλλος λαός βυθίζεται στον πόλεμο. Αντίθετα, όταν δυναμώνουν οι ανταγωνισμοί και οι πολεμικές προετοιμασίες, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών βρίσκονται αντιμέτωποι με νέους κινδύνους. Γι’ αυτό η διεθνιστική αλληλεγγύη δεν είναι μια ηθική προσθήκη στη συνδικαλιστική δράση μας. Είναι προϋπόθεση για να μπορέσουμε να υπερασπιστούμε αποτελεσματικότερα τα κοινά μας συμφέροντα».
Συνοψίζοντας τη σημαντική πείρα από τους μεγάλους αγώνες στον Πειραιά, ο Μ. Μπεκρής επεσήμανε: «Εχουμε μάθει επίσης ότι η δύναμή μας δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό μας. Βρίσκεται στη θέση που κατέχουμε στην παραγωγή και στις μεταφορές, στη δυνατότητά μας να οργανωνόμαστε και να συντονίζουμε τη δράση μας.
Αυτή η δύναμη όμως δεν αξιοποιείται αυτόματα προς όφελος των εργαζομένων. Χρειάζεται να αποκτήσει προσανατολισμό, σχέδιο και συνείδηση των πραγματικών μας συμφερόντων. Χρειάζεται ισχυρά σωματεία, μαζικές συλλογικές διαδικασίες και εργαζόμενους που δεν αφήνουν τις αποφάσεις για το μέλλον τους σε άλλους. Χρειάζεται συνδικαλιστές που δεν περιορίζονται στη διαχείριση των προβλημάτων, αλλά συμβάλλουν ώστε οι εργαζόμενοι να κατανοούν τις αιτίες τους και να οργανώνουν την πάλη τους για να τις αντιμετωπίσουν. Και χρειάζεται διεθνής συντονισμός, γιατί το κεφάλαιο, οι μεταφορές και οι εφοδιαστικές αλυσίδες δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα.
Αν οι επιχειρηματικοί όμιλοι συντονίζονται διεθνώς για να ενισχύουν τη θέση τους, δεν μπορούμε εμείς να περιορίζουμε τη δράση μας στα όρια μιας επιχείρησης ή μιας χώρας.
Η 30ή Οκτωβρίου μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση».
ΠΗΓΗ:rizospastis